Αρχική Θέματα Η ελαιοκαλλιέργεια, μέσο οικονομικής ανάπτυξης για το χωριό μας

Η ελαιοκαλλιέργεια, μέσο οικονομικής ανάπτυξης για το χωριό μας

56
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Με αφορμή τις πρόσφατες βραβεύσεις Κεφαλλονίτικων ελαιόλαδων σε διεθνείς διαγωνισμούς σε Νέα Υόρκη και Αθήνα, που τοποθέτησαν ουσιαστικά την Κεφαλλονιά στον παγκόσμιο γευσιγνωστικό χάρτη, το poulatakefalonias ανοίγει το φάκελο της ελαιοκαλλιέργειας στο χωριό μας και το νησί μας κατ’ επέκταση.  

 

Η ελαιοκαλλιέργεια στην Ελλάδα

Η Ελλάδα θεωρείται ως μια από τις σημαντικότερες χώρες παραγωγής και εξαγωγής ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς σε παγκόσμιο επίπεδο, πίσω μόνο από την Ισπανία και την Ιταλία. Αποτελεί δε σημαντικό κομμάτι της εθνικής μας οικονομίας, καθώς σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας του 2015, καλύπτει το 9% της αξίας της αγροτικής παραγωγής, συνεισφέρει το 0,4% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, ενώ καλύπτει περίπου το 30% των συνολικών καλλιεργούμενων εκτάσεων και το 80% των καλλιεργούμενων εκτάσεων με δέντρα.

Σύμφωνα με τα πλέον επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, στη χώρα μας καλλιεργούνται περισσότερα από 150 εκατομμύρια ελαιόδεντρα εκ των οποίων τα 21 εκατομμύρια για την παραγωγή επιτραπέζιων ελιών, με την παραγωγή ελαιόλαδου να ανέρχεται σε περίπου 2,5 εκατομμύρια τόνους και της βρώσιμης ελιάς σε 430.000 τόνους. Ειδικότερα, για την ελαιοκομική περίοδο 2017-2018 εκτιμάται ότι η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου θα ανέλθει στους 2,89 εκατομμύρια τόνους, εκ των οποίων οι 285 χιλ. τόνοι στην Ελλάδα με το 80% αυτών να αφορούν σε εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, όταν στις ανταγωνίστριες χώρες το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 40% και 50%. Δυστυχώς όμως σχεδόν το 85% των εξαγωγών μας πωλείται χύδην, με αποτέλεσμα οι εισαγωγείς στο εξωτερικό να εισπράττουν την υπεραξία που σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να είναι έως και 4 φορές πάνω από την τιμή που λαμβάνει ο παραγωγός.

 

Η ελιά στην Κεφαλλονιά

Το ελαιόλαδο της Κεφαλλονιάς έχει ενταχθεί από το 1994 στον κατάλογο των Προστατευόμενων Γεωγραφικών Ενδείξεων και οι ποικιλίες που ευδοκιμούν είναι κατά κύριο λόγο η ντόπια ελιά που αποτελεί και την παλαιότερη ποικιλία του νησιού μας, η ασπροελιά, η κορφοελιά, η ματολιά και το Θιακό που έχουν απόδοση 20-22% και η Κορωνεϊκη με απόδοση 10-12%. Ωστόσο, παρότι η μορφολογία του εδάφους και οι κλιματικές συνθήκες του νησιού μας ευνοούν την παραγωγή μεγάλης ποσότητας και ασφαλώς εξαιρετικής ποιότητας ελαιόλαδου, υπολογίζεται ότι οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις σύμφωνα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ έρχονται σε μόλις 14.497 στρέμματα. Την ίδια ώρα που στην Κέρκυρα καλλιεργούνται 158.295 στρέμματα, στη Ζάκυνθο 86.053 και στη Λευκάδα 41.195. Ο δε αριθμός των ελαιόδεντρων υπολογίζεται σε μόλις 560.000. Με βάση τις εκτιμήσεις, η παραγωγή στην Κεφαλλονιά για την τρέχουσα ελαιοκομική περίοδο εκτιμάται ότι είναι αυξημένη από 16,2% έως 39,5% σε σχέση με την προηγούμενη, με την ποσότητα του ελαιολάδου να κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 1.200 τόνων, έναντι περίπου 6.000 τόνων στη Ζάκυνθο και 10.000 τόνων στην Κέρκυρα.

 

Η περίπτωση των Πουλάτων

Στα Πουλάτα η καλλιέργεια της ελιάς είναι συνδεδεμένη άμεσα με τη ζωή, την καθημερινότητα και τις συνήθειες αιώνων. Εξάλλου, η ύπαρξη ελαιόδεντρων πολλών εκατοντάδων ή και σε κάποιες περιπτώσεις χιλιάδων ετών, μαρτυρά τη διαχρονική σχέση του χωριού μας με τα ευλογημένα αυτά δέντρα. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες η καλλιέργεια και η συγκομιδή έχουν ατονήσει, με αποτέλεσμα πολλά δέντρα να έχουν αφεθεί στην τύχη τους. Σήμερα εκτιμάται ότι στο χωριό μας υπάρχουν περίπου 7.000 ελαιόδεντρα, με την παραγωγή μεταξύ 12 και 15 τόνων, η οποία ωστόσο είναι κατακερματισμένη σε μικρές ιδιοκτησίες και προορίζεται σχεδόν αποκλειστικά για οικιακή χρήση.

 

Προοπτικές

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η τιμή του ελαιολάδου κυμαίνεται, στην παρούσα τουλάχιστον φάση, μεταξύ 3,30€ και 4,00€ είναι εύκολα αντιληπτό, ότι η συστηματική παραγωγή μπορεί να αποφέρει σημαντικό οικονομικό όφελος στον Κεφαλλονίτη παραγωγό, εφόσον φυσικά εφαρμόσει σύγχρονες πρακτικές στον ελαιώνα του και κάνει ορθή οικονομική διαχείριση με πλήρη καταγραφή των πάγιων και μεταβλητών δαπανών που έχουν άμεση επίδραση στην παραγωγή και το κόστος της. Εννοείται βέβαια ότι η πώληση τυποποιημένου, υψηλής ποιότητας ελαιολάδου ή και επιτραπέζιας ελιάς, μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις προσόδους των ελαιοπαραγωγών. Εξάλλου, όλο και περισσότεροι καταναλωτές στρέφονται σε συμβατικά ή βιολογικά προϊόντα μικρών μονάδων. Το αυτό ισχύει και για την παραγωγή και εμπορία υποπροϊόντων της ελιάς, όπως καλλυντικά και άλλα σκευάσματα, ακόμη και παραγωγή ενέργειας ή και ζωοτροφών από τους εκατοντάδες χιλιάδες τόνους φύλλων και ελαιοπυρήνα κ.α. Δεν είναι άλλωστε λίγα τα χρηματοδοτικά εργαλεία ή τα προγράμματα συμβολαιακής τραπεζικής που ευνοούν νέους κυρίως παραγωγούς να στραφούν στην πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή, να δώσουν ζωή στην περιφέρεια και να τονώσουν τις τοπικές οικονομίες δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες θέσεις εργασίες.  

Επιπλέον λαμβάνοντας υπόψη τον προσανατολισμό μεγάλης μερίδας κατοίκων του νησιού μας στον τουριστικό κλάδο, η καλλιέργεια και η ορθολογική χρήση της ελιάς, μπορεί να δημιουργήσει τρόπον τινά προστιθέμενη αξία στο τουριστικό μας προϊόν. Εξάλλου, ο μετασχηματισμός του τουρισμού σε μια συνολική εμπειρία, ανάγεται σε βασικό στοιχείο επιλογής ενός προορισμού, ώστε ο επισκέπτης να αξιοποιήσει όλα τα τοπικά πολιτισμικά στοιχεία της περιοχής που επιλέγει να επισκεφθεί. Και βασικό στοιχείο αυτού του πολιτισμικού μείγματος αποτελεί η γαστρονομία, όταν αυτή βασίζεται σε ντόπια υλικά και παραδοσιακές μεθόδους παρασκευής. Το τουριστικό προϊόν σε τελική ανάλυση αναφέρεται στη συνολική εμπειρία του επισκέπτη από την ταυτότητα ενός τόπου. Και μέρος της ταυτότητας του χωριού μας, αλλά και όλης της Κεφαλλονιάς, είναι η ελιά. Όπως εξάλλου η κτηνοτροφία και η αμπελουργία. Έτσι, η αλυσίδα «Φυσικό Περιβάλλον – Καλλιέργειες – Παραγωγή – Γαστρονομία – Πολιτισμός» μπορεί να αποτελέσει ένα νέο πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης και αειφορίας.

 

Ας εκμεταλλευτούμε λοιπόν τα δώρα που η Κεφαλλονίτικη φύση μας έχει χαρίσει και ας τα μετατρέψουμε σε πηγή πλούτου για το νησί μας, είτε ατομικά εφόσον διαθέτουμε την ανάλογη υποδομή, είτε συνεργατικά. Ειδικά σε περιπτώσεις όπως στο χωριό μας που δεν υπάρχουν πολύ μεγάλες ιδιοκτησίες, μια συλλογική οργάνωση στα πρότυπα ενός συνεταιρισμού, θα αποτελούσε μια εξαιρετική εναλλακτική. 

 

Πηγή: www.poulatakefalonias.gr